Φοινικούντα
info@finikunda.com

Στην σελίδα αυτή έχει γίνει μια ατελής ως προς το περιεχόμενο προσπάθεια συγκέντρωσης άρθρων και κειμένων σχετικά με την ιστορία της Φοινικούντας και της περιοχής της έτσι ώστε οποιοσδήποτε ενδιαφέρεται να εντρυφήσει περισσότερο να έχει ένα σωστό αναφορικά και βιβλιογραφικά σημείο εκκίνησης για τις αναζητήσεις του. Θα ήταν τιμή μας να συμπληρώσετε τον κατάλογό μας με ό,τι κείμενο νομίζετε πως άπτεται της περιπτώσεως. Παρουσιάζεται επίσης ένας βιβλιογραφικός κατάλογος όπου μπορεί να ανατρέξει κανείς και να διευρύνει τον ορίζοντα των γνώσεών του όσον αφορά το αντικείμενο. Τα υπάρχοντα άρθρα είναι όσο το δυνατόν καταλογοποιημένα για την εύκολη πλοήγησή τους, και είναι ένα έργο υπό εξέλιξη, ελπίζουμε με την δικιά σας βοήθεια, να μπορέσουμε να συγκεντρώσουμε όσο περισσότερα κείμενα γίνεται για μια το δυνατόν ολοκληρωμένη παρουσία της Φοινικούντας μέσα στην ιστορία και τον χρόνο.

Κάθε κείμενο παρουσιάζεται αυτούσιο χωρίς καμία επέμβαση και με πλήρη βιβλιογραφική αναφορά ώστε να μπορείτε να ανατρέξετε στο ίδιο το βιβλίο, για πληρέστερη κατανόηση των στοιχείων που αναφέρονται. Και θυμηθείτε, τίποτε δεν μπορεί να αντικαταστήσει τον πλούτο ενός βιβλίου! :-)

 

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΟΝΟΜΑΣΙΑΣ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΦΟΙΝΙΚΟΥΝΤΑ ΠΥΛΙΑΣ

 

Η Φοινικούντα -όπως έχει γίνει κατ' απλοποίηση φωνητικώς δεκτό- είναι μία ευλίμενος ακτή της Πυλίας μεταξύ του ακρωτηρίου Ακρίτας (Κάβο Γάλλο) και της Μεθώνης.

Ο Παυσανίας ο περιηγητής την ορίζει, ως λιμένα, μετά το ακρωτήριο Ακρίτας, ακολουθεί πορεία από Ανατολή (Ασίνη/ Κορώνη) προς Δύση (Μεθώνη).

Ο Στράβων (ο οποίος ακολουθεί γεωγραφικά τον Όμηρο) περιγράφει αντίστροφα, από ότι ο Παυσανίας την περιοχή,δηλαδή από Δύση (Μεθώνη) προς την Ανατολή (Ασίνη-Κορώνη) και δεν αναφέρει τίποτα για τον τόπο. Είναι σφόδρα πιθανό να μην ονομαζόταν έτσι, κατά την Ομηρική εποχή, αφού ούτε και ο Όμηρος την αναφέρει.

Ο John Chadwick ταυτίζει τον λιμένα Φοινικούς με την αναφερόμενη στις πινακίδες της Πύλου (CN 608, VN20 και GN 829) πόλη Ka-ra-do-ro (Χάραδρος). (John Chadwick: The Mycenean World, Cambridge University Press, 1976).

Στα κλασσικά χρόνια δεν μνημονεύεται σε κανένα κείμενο από τα διασωθέντα.

Πρώτη και μόνη αναφορά φαίνεται πως είναι αυτή στα Μεσσηνιακά του Παυσανία 4,34,12 "Μετά δε τον Ακρίτα λιμήν τε Φοινικούς και νήσοι κατ' αυτόν Οινούσσαι".

Βλέπουμε ότι ο Παυσανίας αναφέρεται στο τοπωνύμιο με τον αρσενικό τύπο "Ο Φοινικούς". Η σημερινή προφορά του τοπωνυμίου, ωςθυληκού (η Φοινικούντα), προέρχεται από την αιτιατική του αρσενικού (τον Φοινικούντα) κατά πάγια μετατροπή αρσενικού σε θηλυκό πλείστων τοπωνυμίων, όπως για παράδειγμα, ο Δαφνούς/ η Δαφνούντα, ο Ραμνούς/ η Ραμνούντα,ο Αλιμούς/ η Αλιμούντα κ.λπ.

Σωστό θα ήταν να προφερόταν "ο Φοινικούς", αλλά όπως προείπαμε, κατά σχεδόν πάγια τακτική, τα σε -ους αρσενικά, μετατρέπονται σε θηλυκά με χρήση της αιτιατικής του αρσενικού, ως ονομαστικής του θηλυκού.

Από που όμως προέρχεται η ονομασία του τόπου; Διατυπώνονται πολλές απόψεις, οι περισσότερες όμως ατυχείς.

Το ότι το τοπωνύμιο συναντάται ως "Ο Φοινικούς", είναι αναμφισβήτητο, όπως, ως "Ο Φοινικούς" απαντάται και στα Κύθηρα, αλλά και στην Κρήτη.

Από τα έργα των αρχαίων λεξικογράφων (Ησύχιος, Στεφ. Βυζάντιος κ.λπ.) μέχρι και νεώτερους λεξικογράφους (Chantraine, Liddell and Scott, Hoffmann κ.λπ.), η λέξη "φοινικούς" σημαίνει, ευθρόχρους, αιματώδης, με την ίδια έννοια του "Φοινικόεις".

Η άποψη που θέλει το τοπωνύμιο, ως δενδρωνύμιο, από τη δήθεν ύπαρξη στην περιοχή δάσους Φοινίκων (χουρμαδιάς), κατά το Ραμνούς από το ράμνος, Αγνούς απο το άγνος, Σχοινούς από το Σχοίνος, δεν ευσταθεί, καθ' όσον, αν προσιδόριζε "Ο Φοινικούς", φοίνικες/ δένδρα, θα ονομαζόταν "ο Φοινικών" (Στράβων 16, 2, 41: Ενταύθα δ' έστιν ο φοινικών, μεμειγμένην έχων και άλλην ύλην" Αιλιανός ΖΙ, 16, 18 "Φοινικώνας πεφυτευμένους εις στοίχον" και όχι Φοινικούς.

Η άποψη που θέλει το τοπωνύμιο να δηλώνει την καταγωγή των κατοίκων του ή των ιδρυτώντου πολίσματος, από το ενθωνύμιο Φοίνικες, κάτοικοι της Φοινίκης, δεν ευσταθεί, διότι σ' αυτήν την περίπτωση θα είχαμε το τοπωνύμιο Φοινίκη, όπως αλλαχού, ή το τοπωνύμιο Φοινίκιον, ή Φοινικίς (πόλη) (Στράβων, 410, 754, 324), ή έστω Φοινίκων Λιμήν, Φοινίκων Εμπορείον.

Το τοπωνύμιο "ο Φοινικούς" γίνεται αντιληπτό, ότι δηλώνει μαι ξεχωριστή ιδιότητα του τόπου. Είναι ο τόπος από κάποιο ιδιαίτερο στοιχείο του (χώμα) ερυθρόχους; Όχι. Πρέπει εντούτοις να αναζητηθεί το ιδιαίτερο εκείνο χαρακτηριστικό του τόπου το οποίο ονοματοδότησε το αρχαίο αυτό λιμάνι.

Πριν όμως μπούμε στον κόπο και καταπιαστούμε με την ονομασία του τόπου, πρέπει να καθορίσουμε την ακριβή θέση του.

Από τον Παυσανία πληροφορούμεθα ότι "ο Φοινικούς" είναι λιμάνι. Τοποθετεί το λιμάνι αυτό μετά τον Ακρίτα και πριν την Μεθώνη, και μάλιστα απέναντι από τα νησιά Οινούσσαι (σήμερα Σαπιένζα, Σχίζα και Αγ. Μαρίνα). Το Βενέτικο, η αρχαία Θυγανούσσα, δεν ανήκει στις Οινούσσες, οι οποίες δεν έιχαν ιδιαίτερο ή κάθε μια όνομα, κατά την αρχαιότητα.

Μεταξύ του ακρωτηρίου Ακρίτας και της Μεθώνης, ο μόνος ευλίμενος τόπος, ο οποίος θα ήταν δυνατόν να αποκληθεί λιμήν/ καταφύγιο πλοίων και πόλη, δύναται μετά βεβαιότητος να υποστηριχθεί, ότι είναι η σημερινή Φοινικούντα, μέχρι και προ 30ετίας ονομαζόμενη Ταβέρνα. Άλλοι ορμίσκοι της περιοχής δεν έχουν την απαιτούμενη για αναπτυξη πολίσματος ξηρά και έχουν το δυσμενές προνόμιο, να μην είναι οδικώς προσιτοί. Αντίθετα, όλα τα πιο πάνω στοιχεία διαθέτει η Φοινικούντα, με την απαραίτητη για πόλη/ λιμάνι ενδοχώρα, καθώς και με οχυρό υπέρ τον λιμένα αντέρεισμα, υπό τύπον ακρόπολης, τολόφο ο οποίος υπέρκειται του λιμανιου΄("υπερκειμένην της θαλάττης σκοπήν", Διόδωρος Σικελιώτης 4, 50).

Πρόσθετο στοιχείο το οποίο ενισχύει αυτή την άποψη είναι το γεγονός της ανεύρεσης στην ευρύτερη οεριοχή της Φοινικούντας, πολλών αρχαίων ευρημάτων, στους δε λοφους της ενδοχώρας της ανεσκάφησαν θολωτοί τάφοι.

Αφού καθορίσαμε με βεβαιότητα την θέση του αρχαίου Φοινικούντος, ας έλθουμε στην ονομασία του.

Η λέξη Φοίνιξ είναι ελληνική. Προέρχεται από την λεξη φοινός, που σημαίνει ερυθρός, ως το αίμα, αιματώδης, πυρός. Εξ αυτού η λέξη φόνος, φονικό, φοίνισσα/φόνισα =πορφυρόχρους, ερυθρά. Από αυτήν και ο Φοίνιξ, το πτηνό που καίγεται στηνπυρά.

Οι Φοίνικες έλαβαν το όνομά τους, ως αλιείς της πορφύρας, και ως βαφείς, οι οποίοι χρησιμοποιούσαν φοινικό= ερυθρό χρώμα από πορφύρα. Είναι ένα "παρωνύμιο" δηλωτικό επαγγέλματος.

Στις αμμώδεις παραλίες της Φοινικούντας, οποιοσδήποτε έχει την περιέργεια εξερεύνησης του βυθού, παρατηρεί πληθώρα οστράκων πορφύρας και μάλιστα του είδους murex frunculus, όστρακο εκ του οποίου έβγαζαν οι αλιείς τον ερυθρόχρωμο βαφικό χυμό. Απο΄το όστρακο πορφύρα έλαβε και το ερυθρό χρώμα την ονομασία πορφυρούν.

Αν όμως το λιμάνι αυτό είχε λαβει την ονομασία του από το όστρακο πορφύρα, όπου στην αρχαιότητα μετά βεβαιότητος γινόταν η αλίευσή του σε μεγάλες ποσότητες, τότε θα ονομαζόταν όχι Φοινικούς, αλλά Πορφυρεών, ως ο τόπος στον οποίο αλειεύονται πορφύρες.

Γνωρίζομε από τον Αριστοτέλη (των περί τα ζώα ιστοριών Ε, 547, α, 23), ότι έπρεπε σχεδόν αμέσως μετά την αλίευση των προφρυρών να γίνει η αφαίρεση του άνθους, ("χρώμα ιδείν ώσπερ υμήν λευκός, ον αφαιρούσιν: θλιβόμενος δε βάπτει και ανθίζει την χείρα"), το οποίο για να μην αλλοιωθεί ανεμείγνυων με αλάτι και έτσι παρέμενε επί τριήμερον, κατόπιν δε το έβραζαν σε μολύβδινα αγγεία με θερμοκρασία που διοχέτευαν σ' αυτά με σωλήνα, ο οποίος κατέληγε σε πυρά,η οποία βρισκόταν σε ικανή απόσταση, ώστε να μην αλλοιώνεται από την υψηλή θερμοκρασία το άνθος, αλλά να εξατμίζονται μόνο τα υγρά του και να απομένει μόνο το ένα δέκατο έκτο περίπου του αρχικού. Σταδιακά αφαιρούσαν τις τυχόν υπάρχουσες σάρκες του κογχυλιού και αφού κρατούσε η διαδικασία αυτή επί δεκαήμερον πετύχαιναν την παρασκευή της άριστης αυτής ερυθράς βαφής.

Γίνεται αντιληπτό, ότι όπου αλιεύονταν πορφύρες, εκεί και παραγόταν με την πιο πάνω διαδικασία και το πορφυρούν χρώμα, το φοινίκιον, φοίνιον ήη φοινικούν (εξαγωγή τέλειου προϊόντος). Το προϊόν επομένως το οποίο παραγόταν στα πορφυρεία, εργαστήρια της περιοχής, δηλαδή το φοινόν χρώμα, το φοινικούν χρώμα σε υγρή κατάσταση, έτοιμο για εξαγωγή και χρήση και επομένως ο λιμήν αυτός, από τον οποίο εξαγόταν το χρώμα αυτό (Φοινίκια Βαφή), ονομάστηκε Φοινικούς Λιμήν.

Απόσπασμα από το βιβλίο του Ευάγγελου Κ. Βαλσαμίδη, Ονοματολογικά Γ': Φοινικούντα Πυλίας, Τοπωνύμια-Ανθρωπονύμια. Αθήνα: Δρομεύς, 1998 (σσ. 11-15)

στην αρχή της σελίδας

Η ΟΝΟΜΑΣΙΑ

Το πρώτο όνομα του χωριού, με το οποίο είναι και σήμερα γνωστόλαο χρησιμοποιείται απο τους κατοίκους της γύρω περιοχής, είναι "ΤΑβέρνα". Η τοπική παράδοση συνδέει την ονομασία αυτή με κάοια ταβέρνα, που είχε ανοίξει και διατηρούσε ο πρώτος κάτοικος ονόματι Παναγόπουλος ή Μπαγάσας, από το Λεοντάρι της Αρκαδίας ή κατ' άλλους από την Πάρο. Κοντά στην παραλία του χωριού, εκεί που είναι σήμερα τα Τσατέικα σπίτια, είχε φτιάξει μια καλύβα και πουλούσε κρασί. Από τους τσοπάνηδες της περιοχής αγόραζε τα τυροκομικά προϊόντα, τα οποία μετέφερε με την μαούνα του και τα πουλούσε στην Καλαμάτα, απ' όπου προμηθευόταν το κρασί, γιατί η γύρω περιοχή δεν είχε καλλιεργήσει το αμπέλι. Η φράση λοιπόν "πάμε στην ταβέρνα του Μπαγάσα" ακουγόταν συχνά. Έτσι, όταν αργότερα έγινε οικισμός, έμεινε το όνομα Ταβέρνα.

Το 1927 με το από 13 Νοεμβρίου Β.Δ. (ΦΕΚ Α΄306/1927) αρκετά χωριά του νομού Μεσσηνίας, που είχαν τουρκικά, σλαβικά ή κακόηχα ονόματα, μετονομάστηκαν. Τότε το Γρίζι έγινε Ακριτοχώριον, τα Γριβιτσά Ευαγγελισμός κτλ. Η ΤΑβέρνα πήρε το όνομα Λαχανάδα (Μίμη Φερέτου: "Μεσσηνιακά 1968", σελ. 201). Ένα χρόνο αργότερα, το 1928, με το Διάταγμα της 11-9-1928 (ΦΕΚ Α' 193/1928), ο οικισμός μετονομάστηκε σε "Παραλία ΛΑχανάδας". Το 1930, με το Διάταγμα της 15-2-1930 (ΦΕΚ α' 51/1930) το χωριό μετονομάστηκε από Παραλία Λαχανάδας σε Φοινικούντα.

Απόσπασμα από το βιβλίο του Γ. Δ. Κούβελα, Φοινικούντα: Ιστορία και Ζωή, Καλαμάτα: 1997 (σσ. 17-19)

 

στην αρχή της σελίδας

ΙΣΤΟΡΙΚΑ - ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΑ

Υποστηρίζεται ότι δυτικά του ακρωτηρίου Ακρίτας και απέναντι από τα νησιά Οινούσσες (Σχίζα κλπ.) οι Φοίνικες, τολμηροί ναυτικοί και θαλασσοπόροι, είχαν δημιουργήσει ναυτικό σταθμό για εμπόριο και πειρατεία. Είναι ο "Φοινικούς λιμήν", που αναφέρει ο Παυσανίας, ο οποίος πέρασε από κει, ενώ πήγαινε από την Κορώνη στη Μεθώνη, γυρω στα 155-160 μ.Χ. Γράφει συγκεκριμένα: "Μετά δε τον Ακρίταν λιμήν τε Φοινικούς και νήσοι κατ' αυτόν (=αντίκρυ του) Οινούσσαι" (Μεσσηνιακά, IV, 34, 12. Βλεπε Νικ. Δ. ΠΑπαχατζή: "Παυσανίου Ελλάδος Περιήγησις", Μεσσηνιακά - Ηλειακά, 1965).

Τέτοιους εμπορικούς σταθμούς, που είναι γνωστοί με το όνομα "Φοινικούς", είχαν ιδρύσει οι Φοίνικες και στα Κύθηρα, στηνΚρήτη, την Παμφυλία, τη Σικελία, τη Λιβύη.

Για το λιμάνι Φοινικούς κάνει λόγο και ο περιηγητής και γιατρός Διονύσιος Πύρρος ο Θετταλός, ο οποίος περιηγήθηκε τη Μεσσηνία γύρω στα 1830-1840. Γράφει: "Το ανατολικώτερον τούτου (του νησίου Σαπιέντζα) Σκίζα προσονομάζεται, μεταξύ τούτων και της Μοθώνης είναι και ο Μόθων σκόπελος, μικρόν νησίδιον, το οποίον κάμνει τον εκεί Φοινικούν λιμένα ασφαλέστερον" (Διονυσίου Πύρρου του Θετταλού: "Ελλάδος Περιήγησις", Μεσσηνιακά, Επιμέλεια Σ.Ν. Αθανασιάδη, Αθήνα 1984)

Στην Πρωτοελλαδική εποχή (2.600-2.200 π.Χ.) δημιουργείται οικισμός δυτικά της Ανάληψης, κοντά στη θάλασσα. Ανάλογοι παραθαλάσσιοι οικισμοί δημηιουργήθηκαν την εποχή εκείνη στο Κορυφάσιο και τις Φηρές. Η θάλασσα τους διευκολύνε να έχουν φιλικές σχέσεις και εμπορική επικοινωνία με άλλους παραθαλάσσιους οικισμούς αλλά και ξένους λαούς.

Ο Εκπαιδευτικός - Αρχαιολόγος Φιλ. Σταθουλόπουλος διαπιστώνει ότι στο τέλος της περιόδου αυτής, γύρω στο 2.200 π.Χ., "επέρχεται μια κάποια επαφή όλων των κατοίκων της Πελόποννήσου". ΚΑι συμπεραίνει ότι "κάποιος κοινός κίνδυνος τους ανάγκασε να έλθουν στην κοινή αυτή επαφή. Η οχύρωσητης Ταβέρνας (στο λόγο της Ανάληψης) που γίνεται τότε, δείχνει μια κάποια επερχόμενη αναστάτωση" (Φίλιππα Σταθουλόπουλου: "Η πολιτιστική άνθηση της Μεσσηνίας στα προϊστορικά χρόνια", Μεσσηνιακά 1968, σελ. 163).

Κατά τη Μεσοελλαδική εποχή (2.200-1580 π.Χ.) κάποιοι εχθροί επικρατούν στις δυτικές ακτές της Πελοποννήσου. Επακόλουθο: ο πληθυσμός εμφανίζεται μειωμένος, τα θαλασσινά πολιτιστικά κέντρα έχουν εξαφανιστεί και οι κατοικοι συγκεντρώνεται στα ορεινά και στα οχυρά. (Φ. Σταθουλόπουλου, βλέπε πιο πάνω). Τα οικήματα, στο τέλος της Πρωτοελλαδικής εποχής (2.200 π.Χ.), καταστρέφονται από φωτιά. Τούτο συμπεραίνεται από την ύπαρξη στάχτης και κάρβουνου.

Ο Φ. Σταθουλόπουλος δέχεται ότι οι φορείς της καταστροφής δεν ήταν νέα φυλετικά στοιχεία (ξένοι) αλλά "κατώτερες ανθρώπινες ομάδες της ίδιας ομοφυλίας που ζητούσαν ουσιαστικότερη συμμετοχή στα κοινά αγαθά". Με άλλα λόγια,μια εξέγερση φτωχών "προς τους πλουσιώτερους και ισχυρότερους των κατοίκων". Το ότι οι ταραχές και οι καταστροφές δενέγιναν από "εξωεθνή στοιχεία" το αποδείχνει, κατά τον Φ. Σταθουλόπουλο, "η μη διακοπή της προγονικής πολιτιστικής παραδόσεως, αλλά ίσα ίσα η εντονώτερη καλλιέργεια του προγονικού πνευματικού πολιτισμού καθ' όλην την Μεσοελλαδικήν εποχήν" (2.200-1580 π.Χ.)

Στη θέση "Ανεμόμυλος" σώζονται ίχνη αρχαίου οικισμού, όπως τείχος, πήλινοι σωλήνες υδραγωγείου κ.ά. Βρέθηκαν ακόμη μαρμάρινοι κίονες, που φυλάγονται στο Μουσείο της Πύλου. Πριν το 1940 ένας κάτοικος του χωριού είχε βρει άγαλμα, που παριστάνει δύο παιδιά αγκαλιασμένα (Διόσκουροι). Το άγαλμα αυτό είναι τώρα στο Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών. Εξ άλλοου, στη θαλάσσια περιοχή της Φοινικούντας, τον Μάρτιο του 1983, ανασύρθηκε από μηχανότρατα που ψάρευε, ένας αμφορέας ρωμαϊκής εποχής ύψους 0,83 μέτρα. Ο κυβερνήτης Αλεξ. Λιαράκος παρέδωσε τον αμφορέα στο Λιμεναρχείο Καλαμάτας και αυτό στο Μπενάκειο Αρχαιολογικό Μουσείο Καλαμάτας (Εφημ."Θάρρος" 23-3-1983).

Στη θέση "Ανάληψη" βρέθηκαν όστρακα, που ανήκουν στην Μεσοελλαδική εποχή (2.200-1580 π.Χ.). Αλλα όστρακα που βρέθηκαν στην ίδια τοποθεσία, πιστεύεται απο τους ειδικούς ότι ανήκουν στην Υστεροελλαδική ή Μυκηναϊκή εποχή (1580-1120 π.Χ.). Στην ευρύτερη περιοχή από Ανεμόμυλο-Ανάληψη μέχρι τη Λούτσα επισημάνθηκαν ίχνη Κλασσικής, Ελληνιστικής και Ρωμαϊκής εποχής.

την περιχή της Φοινικούντας επισκέφθησαν το 1959 οι Αμερικανοί Αρχαιολόγοι William Mcdonald και Richard Simpson, οι οποίοι τον Ιούλιο του 1961 δημισίευσαν στην "Αμερικάνική Εφημερίδα της Αρχαιολογίας" (AJA), στις σελ. 247-248, το άρθρο "Προϊστορικοί οικισμοί στη Νοτιοδυτική Πελοπόννησο".

Οι δύο αυτοί Αρχαιολόγοι δέχονται την ύπαρξη ακρόπολης πάνω ακριβώς στο λόφο της Ανάληψης. Θεωρούν την τοποθεσία ως "σημαντική" για την Πρωτοελλαδική και την Υστεροελλαδική εποχή, οπο΄τε οι οικισμοί δημιουργούνται κοντά στη θάλασσα. Επισήμαναν μάλιστα προϊστορικά κεραμικά είδη, διασκορπισμένα αρκετά σε παχύ στρώμα πάνω στη νότια και δυτική πλαγιά. Γράφουν: "Τραχείς τοίχοι και συντρίμμια έιναι ορατά στα σημεία που κρέμονται στους βράχους, 15 μέτρα πάνω από τη θάλασσα".

Ανάμεσα στα συντρίμμια που βρήκαν, ήταν πολλά ωραία είδη της πρώιμης Ελλαδικής εποχής (2.600-2.200 π.χ.), όπως ρηχέςλεκάνες, άγρια κεραμικά, δύο κομμάτια από κόκκινα πτηρια, ένα σωλήνα αποό βάζο σε μονόχρωμη μπογιά κ. ά.

Οι δύο Αμερικανοί Αρχαιολόγοι πιστεύουν ότι η τοποθεσία αυτή (ο λόγοφος της Ανάληψης),πρέπει, κάποτε, να επεκτεινόταν πιο πολύ προς νότον, καθώς το ακρωτήριο έχει διαβρωθεί από τη θάλασσα".

Στην τοποθεσία "Παναγιωτάκη", κοντά στα ερείπια της κατεστραμμένης παλαιάς εκκλησίας του Αγίου Κωνσταντίνου, γράφουν ότι "υπάρχει πιθανόν ένας προϊστορικός τύμβος".

Την περιοχή της Φοινικούντας είχε επισκεφθεί ο Αρχαιολόγος Καθηγητής Πανεπιστημίου Σπυρ. Μαρινάτος. Στην έρευνα που έκανε, είχε επισημάνει τάφους της Μυκηναϊκής εποχής. Δυστυχώς οι τάφοι είχαν λεηλατηθεί. Είναι κρίμα που οι έρευνες δεν συνεχίστηκαν, γιατί θα είχαν έρθει στο φως ενδιαφέροντα ευρήματα.

Ίχνη αρχαιοτήτων έχουν επισημανθεί και στις τοποθεσίες: 1.Παλιοβοροί, στο χτήμα Κ. Ρομπάκη, 2. Αγιαπαπί (Καρβελέικα) και αλλού.

Ο Σουηδός Αρχαιολόγος M. Valmin επισκέφθηκε τη Μεσσηνία το 1926-1927 και το 1929. Πέρασε τότε και από την περιοχή της Φοινικούντας. Τις παρατηρήσεις του σημειώνει στο βιβλίο του "Τοπογραφικε΄ς μελέτες της Αρχαίας Μεσσηνίας" (στα γαλλικά, Lund 1930). Ο Valmin θεωρεί πιθανό να υπήρχε ναός του Επιδότα Διός και ίσως και αρχαίο θέατρο.

Συγκεκριμένα γράφει: "Υπήρχε μια μικρή πόλη στην οποία χωρίς αμφιβολία ανήκε το λιμάνι (Φοινικούς), πιθανώς ένας ναός του Επιδότα Διός και ίσως ένα θέατρο. Ποιό είναι το όνομα αυτής της πόλεως; ΟΠΑυσανίας μετά τον Ακρίτα τοποθετεί μόνο το λιμάνι Φοινικούς. Αυτός (ο Παυσανίας) δενπροσθέτει "καλούμενος" (ο λιμήν) και αυτό με κάνει να υποθέσω ότι ο Φοινικούς ήταν πραγματικό όνομα του λιμανιού" (Μετάφρ. Ν.Ι. Ζερβή).

Σε άλλο βιβλίο του με τον τίτλο "Επιγραφές Μεσσηνίας" (στα γαλλικά, Lund 1929), ο Valmin αναφέρει ότι στην περιοχή του Γριζόκαμπου βρέθηκε το θραύσμα ενός ερμίσκου, που είναι ακέφαλος, ύψους 0,28x0,12. Βρίσκεται τώρα, γράφει, στο Ελληνικό Σχολείο της Αρεόπολης. Η επιγραφή που είναι χαραγμένη επάνω, λέει:

Διονυσόδο(υ)ρο

ς Ληνίππα Διί

Επιδώται

Ο Valmin υποστηρίζει ότι το "Ληνίππα" είναι πάθος. Το σωστό γι΄ αυτόν είναι "Δείνιππος". Για το επίθετο του Δία "Επιδότας" αναφέρει ότι είναι γωστό στην Σπάρτη και ίσως και στην Μαντίνεια".

Με την παραλία της Φοινικούντας, σύμφωνα με μια παράδοση, συνδέεται και η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας της Δήμιοβας. Τούτο αναφέρει σε χειρόγραφο βιβλίο του ο αγωνιστής του 1821 Χριστόδουλος Καπετανάκης, απο΄το Σταυροπήγιο της Μάνης. Λέει, λοιπόν, η χριστιανική παράδοση ότι στα χρόνια του εικονομάχου αυτοκράτορα Λέοντος Δ΄(775-780 μ.Χ.), η γυναίκα του Βασίλισσα Ειρήνη, που τιμούσε τις εικόνες, για να σώσει μιαν εικόνα της Παναγίας από την φωτιά των εικονομάχων, την πέταξε στο Βόσπορο. Κατά θαυμαστό τρόπο, η ΕΙκόνα πέρασε το Αιγαίο, έφτασε στη θάλασσα της Κορώνης κι έπειτα τα κύματα την έβγαλαν "εις το παραθαλάσσιον της Λαχανάδος", δηλ. στην παραλία της Φοινικούντας. Η εικόνα της Παναγίας βρέθηκε από χωρικούς, μεταφέρθηκε στο Μοναστήριτης Χρυσοκελλαριάς και από κει, αργότερα, την έφεραν στο Μοναστήρι της Δήμιοβαας. (Κων. Ξενογιάννη: "Δήμιοβα", Καλαμάτα, 1969, σελ. 28-30)

Θα πρέπει να αναφέρουμε, ακόμη, ότι στο λιμάνι της Φοινικούντας είναι πιθανόν να έμεινε το χειμώνα του 59 μ. Χ. ο απόστολος Παύλος, όταν με άλλους κατάδικους οδηγείτο στηΡώμη, για να δικαστεί από τον Αυτοκράτορα. Τούτο υποστηρίζει με ισχυρά επιχειρήματα ο Γερμανός H. Warnecke στη διδακτορική του διατριβή "Το πραγματικό ταξίδι στη Ρώμη του Απόστολου Παύλου". Ο Γερμανός επιστήμονας παρακολουθεί λεπτομερώς το ταξίδι του Παύλου από τους Καλούς Λιμένες της Κρήτης στον Φοίνικα, σύμφωνα με όσα γράφουν οι "Πράξεις των Αποστόλων" (27, 12). Ο Warnecke αναζητεί τον Φοίνικα όχι στην Κρήτη, αλλά στο νότιο άκρο της Πελοποννήσου και μάλιστα στο λιμάνι Φοινικούς, το οποίο αναφέρει και ο περιηγητής Παυσανίας (155-160 μ.Χ.). ("Δελτίο Βιβλικών Μελετών", Ιούλιος-Δεκέμβριος 1987).

Απόσπασμα από το βιβλίο του Γ. Δ. Κούβελα, Φοινικούντα: Ιστορία και Ζωή, Καλαμάτα: 1997 (σσ. 21-28)

στην αρχή της σελίδας

 

ΟΙ ΚΑΤΟΙΚΟΙ (ΟΙ ΚΡΗΤΙΚΟΙ ΣΤΗ ΛΑΧΑΝΑΔΑ)

Όπως είναι γνωστό, πολλοί Κρητικοί, για να αποφύγουν τις σφαγές, που έκαναν οι Τούρκοι, έπειτα από κάθε κρητική επανάσταση, κατέφευγαν στην άλλη Ελλάδα, συνήθως σε νησιά ή σε παράλια μέρη της Πελοποννήσου. Με επικεφαής τους οπλαρχηγούς, οι Κρήτες αγωνιστές και χιλιάδες γυναικόπαιδα εγκατέλειψαν τον τόπο τους και αναζήτησαν σωτηρία στη μητέρα πατρίδα. Υπολογίζεται ότι περίπου 60.000 ψυχές ανεχώρησαν γαιτην Ελλάδα, όπου και εγκαταστάθηκαν (Ι.Δ. Μουρέλλου: "Ιστορία της Κρήτης", Ηράκλειο 1932, Β' τόμος, σελ. 1228). Στην Κρήτη απόμειναν "μόνον εκείνοι που δεν πρόφθασαν να φύγουν ή δεν μπορούσαν να απομακρυνθούν για πολλούς λόγους" (Ι.Δ. Μουρέλλου).

Συγκινητική αλλά και δραματική ήταν η ώρα της αναχώρησης. Την περιγράφει πολύ χαρακτηριστικα ο ιστορικός της Κρήτης Ι.Δ. Μουρέλλος: "Με δάκρυα και θρήνους, προτού μπουν στα καράβια εκείνοι που έφευγαν, έσκυφταν και φιλούσαν τις πέτρες και το χώμα ου άφηναν για πάντα πίσω τους. Άλλοι αγκάλιαζαν εκείνους που έμεναν, γιατί σκληρές οικογενειακές συνθήκες τους καθήλωναν στο πολυβασανισμένο νησί κι άλλοι μαζί με τα εικονίσματά τους έπαιρναν και λίγο χώμα από την πατρίδα, που δεν θα ξανάβλεπαν πια. το αισθανόντανε καθαγιασμένο από το αίμα και τα δάκρυα, που το πίτισαν τόσα και τόσα χρόνια. Και σαν τα βουνά της Κρήτης χανόντανε πίσω τους κι έσβηναν στην απόσταση, τα πλανταμένα αναφιλητά του ηρωϊκού λαού που έφευγε, τάραζαν τα καράβια, που τους έφερναν στη νέα γη, στη νέα πατρίδα" (Ι.Δ. Μουρέλλου: "Ιστορία της Κρήτης", Β' τόμος, σε΄. 1214).

Το θέμα μας είναι, πότε οι Κρητικοί ήρθαν και εγκαταστάθηκαν στη Λαχανάδα.

Ο Μεσσήνιος ιστορικός συγγραφέας Δικαίος Β. Βαγιακάκος στη μελέτη του "Κρήτες πρόσφυγες εις την Πελοπόννησον επί ΚΑποδίστρια", που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Μνημοσύνη" (τόμος Α', 1967, σελ. 41-70) υποστηρίζειότι το 1831 εγκαταστάθηκαν Κρητικοί και στη Λαχανάδα. Γράφει: "Λαχανάδα. Ενταύθα εγκατεστάθησαν οι τελευταίοι Κρήτες πρόσφυγες εξ Αγίου Βασιλείου και Αμαρίου υπό τον στρατηγόν Τσουδερόν και τον Στρατήν Δεληγιαννάκην. Μεταξύ τούτων ήσαν πολλά γυναικόπαιδα, τα οποία μετακινήθησαν κανονικώς δια πλοίων της Ύδρας. Ο διοικητής των Μεσσηνιακών Φρουρίων ανέφερεν ότι θα διανεμηθέντα στρέμματα ήσαν 3.500 αξίας 28.000 φοινίκων, αι δε εγκατασταθείσαι εκεί οικογένειαι κατά την γνώμην της Επιτροπής ήσαν 190".

Η άποψη αυτή πιστεύω ότι δεν είναι σωστή. Πρόκειται για λάθος. Συγκεκριμένα: Ο Βαγιακάκος παραπέμπει στην "Ιστορία της Κρήτης" του Μουρέλλου (σελ.1228). Όμως ο Μουρέλλος δεν αναφέρει εγκατάσταση Κρητικών στη Λαχανάδα. Παραπέμπει επίσης, ο Βαγιακάκος στην αναφορά, με ημερομηνία 9 Σεπτεμβρίου 1831, που έστειλε από το Ναύπλιο προς τον Καποδίστρια "Η επί των Κρητών Επιτροπή" (Φεν. Αρχεία του Κράτους, Γεν. Γραμματεία, φακ. 275). Στο έγγραφο αυτό, που το παραθέτει ο Βαγιακάκος στον δεύτερο τόμο της "Μνημοσύνης" (1968-1969, σελ. 157-159), δε γίνεται λόγος για εκγατάσταση προσφύγων Κρητικών στη Λαχανάδα. Αναφέρει, βέβαια, για 3.500 διανεμηθέντα στρέμματα και για190 εγκατασταθείσες οικογένειες, όχι όμως στη Λαχανάδα, αλλά "εις τους κατά Μονεμβασίαν και Μοθωκόρωνα".

Είναι γεγονός ότι η Κυβέρνηση Καποδίστρια είχε αποφασίσει να εγκαταστήσει Κρητικούς, εκτός των άλλων πειροχών (Κορώνη κλ.), και στη Μεθώνη. Μάλιστα, ο Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας, ευρισκόμενος το Πάσχα του 1831στη Μεθώνη, έλαβε απάντηση από τους δημογέροντες της επαρχίας Μεθώνης ότι όχι μόνο συμπαρίστανται στην προσπάθειά του να περιθάλψει τους πρόσφυγες Κρητικούς αλλά και "εκφράζουν την χαρά των, διότι ο Κυβερνήτης ηυδόκησε να αποκατασταθώσι και τινες εκ των προσφύγων Κρητών εις την επαρχίαν του΄των" (Γεν. Εφημερίς της Ελλάδος, φ. 30, 25 Απριλίου 1831. Δ.Β. Βαγιακάκου, βλέπε πιο πάνω, σελ. 63).

Παρά τη διάθεση των Μεθωναίων να τους δεχτούν, φαίνεται ότι οι Κρητικοί δεν ήρθαν στη Μεθώνη το 1831. Ενώ βρίσκονταν στο Μαραθονήσι (Γύθειο), δεν θέλησαν να πάνε στη Μεθώνη, όπου είχε οριστέι να εγκατασταθούν, αλλά έφυγαν πάλι για την Κρήτη. Τούτο διαπιστώνεται από δύο επίσημα έγγραφα (Δ.Β. Βαγιακάκου: "Έγγραφα περί των Κρητικών προσφύγων εις την Πελοπόννησον επί Καποδίστρια", περ. "Μνημοσύνη", τόμος Β', 1968-1969, σελ. 102-173).

Το πρώτο έγγραφο: Ο υπαστυνομος Μαραθονησίου (Γυθείου) Γ. Καλκαντής σε αναφορά του, με ημερομηνία 7 Μαΐου 1831, "προς τον κατά την Σπάρτην Διοικητήν" γράφει ότι παρουσιάστηκαν όλοι οι Κρήτες πρόσφυγες στην Υπαστυνομία και "ωμολόγησαν ομοφώνως, ότι ουδείες εξ αυτών ευχαριστήθη να απέλθη εις το μέρος όπου η Σ. Κυβέρνησις απόβλεπε εις το να τους δώσει χρηματική βοήθειαν μόνον. Μη ευχαριστημένοι δε εις το να απελθώσιν εις Μεθώνην, σήμερον, παρουσιασθέντες εις την υπαστυνομίαν, εζήτησαν άδειαν και ανεχώρησαν δια την πατρίδα των Κρήτην (...). Οι αναχωρήσαντες είναι τον αριθμόν 20. Πάλιν δε όσοι αναχωρήσουν θέλομεν ιδεάσει το Διοικητήριον" (ΓΑΚ, Γεν. Γραμματεία, φακ. 266).

Το δεύτερο: 'Επειτα από την προηγούμενη αναφορά του υπαστυνόμου Μαραθονησίου, ο Διοικητής της Σπάρτης Ευγενίδης, σε αναφορά του "Προς την Γραμματέιαν της Επικρατείας", με ημερομηνία 8 Μαΐου 1831, επιβεβαιώνει, επισυνάπτοντας και την αναφορά του υπαστυνόμου, ότι ο σκοπός της αιτήσεως των Κρητικών "απέβλεπε μόνον εις χρηματικήν βοήθειαν δια να αποπλεύσωσιν εντεύθεν δια την πατρίδα των Κρήτην, καθότι και το απέδειξαν αναχωρήσαντες χθες" (ΓΑΚ, Γεν. Γραμματεία, φακ. 266).

Πέρα απ' όσα σημειώσαμε προηγουμένως, υπάρχει η τοπική παράδοση και οι ενθυμήσεις των παλαιοτέρων κατοίκων, που δέχονται ότι οι Κρητικοί εκγαταστάθηκαν στη Λαχανάδα επί Όθωνα (το 1835) και όχι επί Καποδίστρια (1831).

Η τότε "Βασιλική Κυβέρνησις" του Όθωνα (1833-1862) αποφάσισε να εκγαταστήσει ένα μέρος από τους Κρητικούς που έφυγαν από το νησί τους, στην περιοχή της Μεθώνης. Για το σκοπό αυτό ήρθαν τέσσερις απεσταλμένοι τους και επικοινώνησαν με τον έπαρχο της Μεθώνης. Ως πλέον κατάλληλη τοποθεσία για την εγκατάστασή τους βρήκαν τη θέση Ζύγια, λίγο έξω από τη Μεθώνη, "μόλις εν τέταρτον της ώρας".

Οι δημογέροντες όμως "της πόλεως και των χωρίων της Μεθώνης", με την από 28-8-1834 αναφορά στους "Προς τον Πληρεξούσιον Αυλικόν Επίτροπον", έφεραν αντιρρήσεις για τη μόνιμη εγκατάσταση των Κρητικών στη θέση Ζύγια, γιατί, όπως γράφουν, "είναι γη καλλιεργήσιμος σπειρόμενη κατ' έτος από τους πολίτας Μεθώνης". Δεν δέχονται, επίσης, την απαιτηση των Κρητικών "να σχηματίσωσι και ιδιαιτέραν εδικήν των Κοινότητα, με ιδιαίτερον Δήμαρχον και Δημαρχιακόν Συμβούλιον". Προτείνουν να χτίσουν οι Κρητικοί τις κατοικίες τους "αντάμα με τας ιδικάς μας εις την πόλιν της Μεθώνης και να συζήσωμεν εις μίαν και την αυτήν Κοινότητα".

Στο τέλος της αναφοράς τους οι δημογέροντες της Μεθώνης υποδεικνύουν, αν οι Κρητικοί "θέλουν να κατοικήσωσιν ιδιαιτέρως", να πάνε σε "άλλα μέρη ανάλογα δια κατοικίας καθώς οι Λαχανάδες κλπ. και να κάμουν εκεί τας κατοικίας των".

από την αναφορά αυτή πληροφορούμεθα ότι οι οικογένειες των Κρητικών, που επρόκειτο να εγκατασταθούν στην περιοχή της Μεθώνης, δεν υπερέβαιναν τις 150.

Καταχωρούμε στη συνέχεια το πολύτιμο αυτό έγγραφο, το οποίο βρήκαμε δημοσιευμένο στο περιοδικό "Τριφυλιακή Εστία", τέυχος 74 του 1987, στην ιστορική μελέτη του Χρ. Κ. Ρέππα: "Η Μεσσηνιακή επανάσταση του 1834". Είναι από τα Γενικά Αρχεία του Κράτους, 'Οθωνος Αρχείο-Υπουργείο Εσωτερικών, φ. 163:

Προς τον Πληρεξούσιον Αυλικόν Επίτροπον

Η Βασιλική Κυβέρνησις διέταξεν, ως ηκούσαμεν, δια να αποικίση εν μέρος Κρητών και εις την επαρχίαν της Μεθ΄΄ωνης, και των οποίων τέσσαρες απεσταλμένοι ήλθον προ ολίγου καιρού συστημένοι εις τον Έπαρχον δια να παρατηρήσουν τον τόπον εις τον οποίον συμφέρει δια να κάμουν τας κατοικίας των.

Επληροφορήθημεν μετά την αναχώρησιν αυτών ότι αρεσ΄τος τόπος απο΄το έξω του φρουρίου της Μεθώνης, όπου είναι όλων των πολιτών τα κατοικήματα, μόλις εν τέταρτον της ώρας.

Παρασιωπώμεν κατά πόσον είναι και θέλει είναι προσβλητική διά πολλούς λόγους η ιδιαιτέρως από το μέρος της πόλεως κατοικία των Κρτητών και ερχόμεθα να φανερώσωμεν ότι η θέσις επί των Ζυγίων είναι γη καλλιεργήσιμμος σπειρόμενη κατ' έτος από τους πολίτας Μςθώνης.

Επομένως οι Κρήτες απαιτούν αφ' ου κατοικήσωσιν ούτω πλησίον της πόλεως, να σχηματίσωσι και ιδιαιτέραν ειδικήν των Κοινότητα, με ιδιαίτερον Δήμαρχον και ΔΗμαρχιακόν Συμβούλιον, ενώ το ποσόν των οικογενειών αυτών δεν υπερβαίνει τας εκατόν πενήντα.

Οι υποφαινόμενοι επιθυμούντες και η πόλις της Μεθώνης να κατασθή πολυανθρωποτέρα και εις τους συναγωνιστάς μας τούτους να επιδείξωμεν την χρεωστούμενην υποδοχήν και την οποίαν τρέφομεν δι' αυτούς αδελφικήν εύνοιαν, έχομεν πλήρη ευχαρίστησινδια να κάμωσιν αντάμα με τα ςεδικάς μας εις την πόλιν της Μεθώνης τας κατοικίας των και να συζήσωμεν εις μίαν και την αυτήν Κοινότητα.

Αν όμως και οι Κρήτες θέλουν να κατοικήσωσιν ιδιαιτέρως,δεν είναι δίκαιον να μας υστερήσουν της καλλιεργημένης γης, αλλά είναι άλλα μέρη ανάλογα δια κατοικίας καθώς οι Λαχανάδες κλπ. και ας κάμουν εκεί τας κατοικίας των.

Την αίτησίν μας ταύτην παρακαλούμεν οι υποφαινόμενοι δημογέροντες να συστήσετε όπου ανήκει και να εύρη τον πρέποντα τόπον και δίκαιοον, δια να μη υποφέρωμεν επιζημίους παρενοχλήσεις αν συγχωρηθή δια να κάμωσιν οι Κρήτες εις τα Ζύγια τας κατοικίας των.

Υποσημειούμεθα με το προσήκον και βαθύτατον σέβας.

Εν Κυπαρισσία την 28 Αυγούστου 1834

Οι δημογέροντες της πόλεως και των χωρίων Μεθώνης

Κ. Μιχαλακόπουλος

Α. Τζαγκάρης

Αντριάς Σαρατζιώτης

Θεοδωρής Γιάνναρης

Το αίτημα των δημογερόντων της Μεθώνης δεν έγινε δεκτό από τηνΚυβέρνηση και οι Κρητικοί ήρθαν και εγκαταστάθηκαν στην τοποθεσία Ζύγια, που είχαν επιλέξει. Αυτό θα πρέπει να έγινε, με βάση την πιο πάνω αναφορά, στα τέλη του 1834, ή τις αρχές του 1835. Ανήρθαν και οι 150 οικογένειες, που αναφέρονται, ή ήρθαν λιγότερες, δεν γνωρίζουμε.

Η περιοχή Ζύγα, τα λεγόμενα σήμερα Κρητικά, όπου εγκαταστάθηκαν, ονομάστηκε Νέα Κρήτη. Το Κράτος ανεγνώρισε την Κοινότητά τους το 1836 ως Δήμο Νέας Κρήτης. (ΦΕΚ, φυλ. 80, 28 Δεκεμβρίου 1836, σελ. 20). Περιελάμβανε και τα χωριά: Αγατζίκι, Κρυβοτσά (Γριβιτσά), Γιαπακιά (γιαπαπί), ΛΑχανάδες, Κυνουρία (;) και τα νησιά Αγίας Μαρίνας και Σχίζας.

Ο Δήμος της Νέας Κρήτης διατηρήθηκε από το 1836 μέχρι το 1840, οπότε προσαρτήθηκε στο Δήμο Μεθώνης (Μιχ. Χουλιαράκη: "Γεωγραφική, Διοικητική και πληθυσμιακή εξέλιξις της Ελλάδος 1821-1971", τόμος Α', Αθήναι 1973). Το 1837 Δήμαρχος ήταν ο Στεφανάκης και εισπράκτορας ο Α. ΚΑτσελίδης (Επετηρίς του Βασιλείου της Ελλάδος δια το έτος 1837, παρά του ιατρού Α.Ι. Κλάδου, Εν Αθήναις 1837).

Οι καλλιεργήσιμες εκτάσεις που δόθηκαν στους Κρητικούς στη Μεθώνη, δεν επαρκούσαν για τη συντήρησή τους. Έπειτα, είχαν και συνεχείς διενέξεις με τους ντόπιους, οι οποίοι δεν τους έβλεπαν φιλικά αλλάμάλλον με εχθρότητα, αφού είχαν καταλάβει κτήματα δικά τους. Η προβληματική αυτή κατάσταση στις σχέσεις ανάμεσα στους ντόπιους και τους πρόσφυγες οφήγησε μερικούς Κρητικούς, είτε από διάθεση προσαρμογής είτε από φόβο, να αλλάξουν το επώνυμό τους, αφαιρώντας την κατάληξη -ακης, που ήταν δηλωτική της κτηρικής καταγωγής τους. Έτσι ο Κουτρικάκης έγινε Κούτρικας, ο Κουρουπάκης Κουρούπας κλ.

Για τους λόγους αυτούς, μερικές οικογένειες έφυγαν για άλλα μέρη, όπως η Πύλος, η Κορώνη, οι Λαχανάδες, το Μισοχώρι κ.ά. Τοιουτοτρόπως, ο πληθυσμός του Δήμου της Νέας Κρήτης μειωνόταν συνεχώς με αποτέλεσμα το 1846 να έχει 42 κατοίκους και το 1879 μόνο 31, ενώ το 1889 δεν αναφέρεται χωριστά ο πληθυσμός της Νέας Κρήτης. Απόδειξη ότι παύει να υπάρχει. (ι. Δ. Σταματάξη: "Χωρογραφικός πίναξ Ελλάδος", σελ. 45-46, Παρά Μ. Φερέτου: "Μεσσηνιακά". Β' τόμος, 1969-1970. Βλέπε και Μιχ. Χουλιαράκη, σελ 99).

Σύμφωνα λοιπόν με την τοπική παράδοση και τις ενθυμήσεις των παλαιότερων κατοίκων της ΛΑχανάδας και της Φοινικούντας, 50 περίπου οικογένειες από τους Κρητικούς της Μεθώνης ήρθαν και εγκαταστάθηκαν σ' ένα από τα δύο χωριά των Λαχανάδων, όπου υπήρχαν ερειπωμένα από τους Τούρκους σπίτια. Η περιοχή ήταν σχεδόν ακατοίκητη και μόνο μερικοί κτηνοτρόφοι, παραχειμάζοντες από την Αρκαδία (Χρυσοβίτσι, Αρκουδόρεμα, Λιμποβίσι), έμεναν εδώ κι εκεί.

Πότε ήρθαν στις ΛΑχανάδες; Αφού στη Μεθώνη εγκαταστάθηκαν κατά τα τέλη του 1834, στις Λαχανάδες πρέπει να πήγαν το 1835. Ήταν κυρίως από το Ρέθυμνο αλλάκαι από τα Χανιά και το Ηράκλειο.

Οι Κρητικοί επέλεξαν να μείνουν στο ανατολικό χωριό των Λαχανάδων. Εκεί υπήρχαν τα ερείπια δύο εκκλησιών, του Αγίου Αθανασίου και της Αγίας Ελένης. Εκεί είναι και τα ερείπια ενός πύργου, που λεγόταν "Πύργος του Αγά" και μια βρύση, ερειπωμένη σήμερα, χωρίς νερό. Το μέρος αυτό το λένε σήμερα "Το περιβόλι του Αγά".

Σ' αυτή την τοποθεσία οι Κρητικοί δεν έμειναν για πού, γιατί είχε λίγο νερό. Μετακόμισαν δύο χιλιόμετρα ανατολικά κι έχτισαν τα σπίτια τους (χαμόσπιτα) εκεί που είναι το σημερινό χωριό Λαχανάδα. Εμπνευστές και συμβούλους στην εγκατάστασή τους είχαν τον παπα-Ζαχαρία Ρομπάκη και τον δάσκαλο Ψαρουδάκη ή Ψαρούδη. Ανάμεσα στους Κρητικούς που ξεχώριζαν, ήταν οι οπλαρχηγοί Γιάννης ΜΑρκάκης (είχε δύο γιους, τον Σπύρο και τον Νίκο), Μιχαήλ Κόρακας (είχε μια κόρη), Κων. Μαυριτσάκης, ή Καλαντζής, Δημ. Κουτρικάκης ή Κούτρικας, Π. Σταυρουλάκης (Αρχείο Φερέτου και αφήγηση Δημ. Μαυριτσάκη (Καλατζοδημήτρη).

Το κράτος, στο οποίο ανήκε, μετά την απομάκρυνση των Τούρκων, όλη η καλλιεργήσιμη γη, η οποία λεγόταν εθνική, έδωσε σε κάθε οικογένεια παραχωρητήριο, δη. τίτλο ιδιοκτησίας, ο οποίος ανέγραφε την παραχωρούμενη έκταση με τα όριά της. Οι τίτλοι ιδιοκτησίας δόθηκαν κατά τα έτη 1835-1841. Ο αριθμός των στρεμμάτων, που θα έπαιρνε η κάθε οικογένεια, είχε καθοριστεί από το ΚΔ' ψήφισμα της Ελληνικής Πολιτείας, το οποίο είχε υπογραφεί από τον Ιωάννη Καποδίστρια (Ναύπλιο, 13 ΜΑρτίου 1831). Σύμφωνα με αυτό: "Εις οικογένειαν γεωργού και τεχνίτου στρέμματα 15, εάν δε της τοιαύτης οικογενείας ο αρχηγός δεν υπάρχει και υπάρχουν η χήρα και τα ορφανά, προσδιορίζονται δι΄αυτά στρέμματα είκοσι". Στις οικογένειες των αξιωματικών και των προκρίτων παρεχωρούντο περισσότερα στρέμματα. (Δικαίου Β. Βαγιακάκου: "Έγγραφα περί των Κρητών προσφύγων εις την Πελοπόννησον επί ΚΑποδίστρια", περ. "Μνημοσύνη", τόμος Φ', 1968-1969, σελ. 102)

Μερικές από τις εκτάσεις αυτές τις έχαν καταλάβει οι λεγόμενοι "Ανεβοκατεβάτες", δηλ. τσοπαναραίοι από την Αρκαδία, που είχαν τις στάνες τους εκεί και δεν έφευγαν. Τέτοιες οικογένειες Αρκάδων ήταν των Τσώνη, Καρβέλα, Ψυχάρη, Τομαρά κ.ά. Από την εποχή εκείνη είναι οι σημερινές ονομασίες των τοποθεσιών Καρβέλα στάνη, Χουντάλα, Μπεναρδή.

Όπως γράφει ο Αναστάσιος Νικ. Ρομπάκης, Δικηγόρος, σε σημείωμά του για το ιστορικό της οικογένειας Ρομπάκη και το οποίο έθεσε στη διάθεσή μου ο Μίμης Ζαχ. Ρομπάκης, η τότε Κυβέρνηση, επειδή δεν είχε τη δυνατότητα να απομακρύνει εκείνους που είχαν καταλάβει αυθαίρετα τις καλλιεργούμενες εκτάσεις, ειπε στους νέους ιδιοκτήτες να τους διώξουν οι ίδιοι. Οι Κρητικοί δεν είχαν όπλα και τους έδιωξαν με χουρχούτες (ξύλα με καρφιά). Αυτά συνέβαιναν την εποχή του Όθωνα (1833-1862)

Μερικοίόμως πούλησαν τις παραχωρηθείσες εκτάσεις και πήγαν πάλι στην Κρήτη ή έφυγαν για τις πόλεις. Σύμφωνα με τη γνώμη τυ Αναστ. Νικ. Ρομπάκη, στη Λαχανάδα έμειναν περί τις 20 ή 30 οικογένειες.

Οι Κρητικοί της Λαχανάδας και της Φοινικούντας συνέχισαν, τα πρώτα χρόνια, να ντύνονται, όπως και στην Κρήτη. Φορούσαν τις κρητικές βράκες με το κόκκινο φέσι. Στις γιορτές και τα πανηγύρια, ιδίως οι οπλαρχηγοί, έβαναν τη στολή τους και τα όπλα τους. Μιλούσαν την κρητική διάλεκτο, υπολείμματα της οποίας ακούγονται και σήμερα. Κάποιοι από τους Κρητικούς πήγαιναν μερικές φορές στην Κρήτη για επίσκεψη συγγενών τους ή για εμπορικές δουλειές. Ο μακαρίτης Χρήστος Δημ. Πετρουλάκης (1892-1985) μου είχε πει το εξής περιστατικό: Ο Τζέμης έφερνε από την Κρήτη και πουλούσε άλογα, τα ονομαστά κρητικά άλογα. Μια φορά που πήγε, έφερε κι ένα τάληρο ασημένιο. Το έδειξε στον Ψαρουδάκη. -Έφερα από την πατρίδα σου τάληρο, του είπε. Ο Ψαρουδάκης μέσα του πειράχτηκε. Έπειτα από λίγο καιρό πήγε στην Κρήτη και έφερε μια λίρα. -Εσύ, του λέει, είσαι ταηράς, εγώ είμαι λιράς!

Για πρώτη φορά, έπειτα από 150 και πλέον χρόνια, επισκέφθηκαν ομαδικα΄την Κρήτη 50 Κρητικοί της Λαχανάδας, απόγονοι των ξεριζωμένων ηρωϊκών Κρητικών. Η επίσκεψη -προσκύνημα πραγματοποιήθηκε απο τις 29 Ιουλίου ως τις 4 Αυγούστου 1988 και την είχε οργανώσει ο Σύλλογος Βρυσιανών Αποκορώνου "Η Μεταμόρφωση", με πρωτοβουλία του προέδρου του δημοσιογράφου Σπ. Δασκαλάκη. Οι ΛΑχαναδαίοι Κρητικοί επισκέφθηκαν όλους τους χώρους κλπ. και έτυχαν θερμής φιλοξενίας από τον Μητροπολίτη Κισάμου (Χανίων), νομάρχες, δημάρχους, κοινοτάρχες και άλλους Κρητικούς (Πέτρου Τσώνη, ρεπορτάζ στην Εφημ. "Ελευθερία", Καλαμάτα, 16-8-1988.

Απόσπασμα από το βιβλίο του Γ. Δ. Κούβελα, Φοινικούντα: Ιστορία και Ζωή, Καλαμάτα: 1997 (σσ. 29-40)

 

στην αρχή της σελίδας

 

Η ΙΔΡΥΣΗ ΤΗΣ ΦΟΙΝΙΚΟΥΝΤΑΣ

Μερικοί από τους Κρητικούς της Λαχανάδας, φιλοπροόδοι και εργατικοί καθώς ήταν, είδαν την πλεονεκτική θέση που είχε η παραλιακή περιοχή και ήρθαν να εγκατασταθούν εδώ.

Ήταν φυσικό να επιζητήσυον την κάθοδό τους σε παραθαλάσσια μέρη, αφού είχαν γεννηθεί σε νησί και η θάλασσα ήταν μέσα στην ψηχή τους. Άλλωστε, βλέποντας απέναντι το νησί της Σχίζας, θυμούνταν το δικό τους νησί, την πατρίδα τους την Κρήτη, που πάντα νοσταλγούσαν.

Πότε οι Κρητικοί της Λαχανάδας κατέβηκαν στη Φοινικούντα, δεν γνωρίζουμε. Υπολογίζουμε ότι αυτό πρέπει να συνέβη μετά το 1840.

Οι πρώτοι που ήρθαν, όπως λέει η παράδοση, ήταν ο Παναγιώτης και Θεόδωρος Βουρλιώτης, οι οποίοι βρήκαν τον πρώτο κάτοικο, τον Παναγόπουλο ή Μπαγάσα, που διατηρούσε ταβέρνα. Από τους πρώτους Κρητικούς της Λαχανάδας που εγκαταστάθηκαν στη Φοινικούντα, ήταν οι: Κουτρικάκης ή Κούτρικας, Πρεβελάκης ή Πρέβελος, Τεριζάκης, Κορακάκης, Σαββάκης, Πετρουλάκης, Κουτράκης, ΜΑυριτσάκης. Ο Γ. Μαυριτσάκης ή Καλαντζής, πατέρας του Δημήτρη Μαυριτσάκη (Καλαντζοδημήτρη), κατοίκησε δυτικά του χωριού, στην περιοχή Σαλαντή.

(...)

Στα παλαιά Μητρώα της Κοινότητας Λαχανάδας είναι δηλωμένος,ο πρώτος χρονολογικά ότι γεννήθηκε στη Φοινικούντα, ο Ανδρέας Ιωάννου Τερζάκης με έτος γεννήσεως το 1841. Ακολουθούν οι Γεώργιος Νικ. Σαββάκης (1847), Ανδρέας Ιωάν. Ψαρουδάκης (1847), Νικόλαος Κων. Παναγόπουλος (1849), Δημήτριος Κων. Πετρουλάκης (1852) κλπ.

Απόσπασμα από το βιβλίο του Γ. Δ. Κούβελα, Φοινικούντα: Ιστορία και Ζωή, Καλαμάτα: 1997 (σσ.43-44)

στην αρχή της σελίδας

 

ΟΙΝΟΥΣΕΣ

Πρόκειται για μια συστάδα πανάρχαιων γλαρονησιών ΝΑ της Μεθώνης και σε μικρή απόσταση απ' αυτή, που την αποτελούν τα νησάκια Σαπιέντζα ή Σακιότσα, Αγία Μαριανή και Σχίζα ή Καμπέρα. Είναι γνωστά στους γεωγράφους με τη γενική ονομασία "Οινούσαι Μεσσηνιακαί" για να ξεχωρίζουν απο τις "Οινούσες της Χίου". Λέγονται και "Σαπιέντζες". Μερικοί γεωγράφοι στη σμαραγδένια αυτή συστάδα νησιών λογαριάζουν και τα ξερονήσια Αρνάτσι, Πετροκάραβο ή Αυγό και Βενέτικο ή Κάβο Γάλο (κοντά στην Κορώνη)-την αρχαία "Θηγανούσα", από την οποία εξάγονται "θηγάναι" (ακονόπετρες).

Αρχαιολογικά-Ιστορικά: Οι Οινούσες ήταν γνωστές στην αρχαιότητα. τις αναφέρουν, πλην του Εκατάιου και του Παυσανίου κι οι ΛΑτίνοι γεωγράφοι Πομπώνιος Μέλας και Πλίνιος. Κατά το Γερμανό αρχαιολόγο κι ελληνιστή Ερνέστο Κούρτιο (DER PELOPONESOS, GOTHA, 1852, II, 171) τ' όνομά τους το χρωστούν στον Οινέα, το μυθικό βασιιά της Αιτωλίας, που αναγνωρίζεται ως ο πρώτος αμπελουργός της αρχαίας Ελλάδος. Κι έχει, φαίνεται, κάποια σχέση με την αρχαία οινοπαραγωγή της περιοχής της Μεθώνης, που έχει διαδεχτή την "αμπελόεσσα" Πήδασο των ομηρικών χρόνων (Ιλ. στ. 150). Στους ιστορικούς χρόνους και συγκεκριμένα κατά τα χρόνια της σπαρτιατικής κυριαρχίας στη Μεσσηνία αποτελούσαν -κατά το Γερμανό ιστοριογράφο Βενέδικτο Νίζε (GOTT. NACHR. 1906, 119, N. 2)- "πολιτεία περιοίκων".

Μέχριτ α τέλη του 19ου αιώνος τα νησάκια των "Οινουσών" είχαν μεγάλη στρατηγική σημασία. Γι' αυτό κι η άλλοτε "θαλασσοκράτειρα" Αγγλία, από τα πρώτα κιόλας χρόνια, μετά την απελευθέρωση της Ελλάδος από τον τουρκικό ζυγό, τα διεκδικούσε, σε βάρος της ανεξαρτησίας και κυριαρχίας της χώρας μας, ζητώντας να προσαρτήση τη Σαπιέντζα (που τάχα ήταν εξάρτημα της Ζακύνθου) στα Εφτάνησα. Με συνεχείς "διακοινώσεις", κατά τα έτη 1839-1849 πίεζε τις εληνικές κυβερνήσεις να της παραχωρήσουν τη Σαπιέντζα. Ο βασιλιάς Όθωνας, όμως, δεν δεχόταν τον εκβιασμό. Κι η "Γηραιά Αλβιών" εφάρμοσε το 1850 μέτρα βίας κατά της Ελλάδος, με ναυτικό αποκλεισμό, που προκάλεσε στη χώρα μας ανυπολόγιστες υλικές ζημιές. Πρόσχημα για τον "αποκλεισμό" ήταν το γνωστό επεισόδιο του Εβραιοπορτογάλου τυχοδιώκτη και Βρεταννού υπηκόου Δαυΐδ Πατσίφικο, που πίσω του κρυβόταν η σκαιή απαίτηση της "Αλβιόνος" για το νησί της Σαπιέντζας. Τελικά το επεισόδιο, που παραλίγο νμα έχη σοβαρές επιπτώσεις και στις αγγλογαλλικές σχέσεις, διευθετήθηκε "διπλωματικά", αφού η χώρα μας υποχρεώθηκε να πληρώση στην Αγγλία σημαντική αποζημίωση. Κι η Σαπιέντζα, ως αγγλική "διεκδίκηση", λησμονήθηκε, ώσπου η συνθήκη της 17ης ΜΑρτίου 1864, που παραχωρούσε στην Ελλάδα και την Εφτάνησο, έθεσε οριστικό τέρμα σ' αυτή.

Μια ωραία περιγραφή των γλαρονησιών της Μεθώνης μας δίνει ο Βασ. Αρ. Παπαδόπουλος στο παρακάτω απόσπασμα από ταξιδιωτικό του:

"Η Σχίζα ή Καμπέρα,- το ανατολικώτερο απ' τα νησιά,- φαίνεται πρώτη καθώς πλέομε προς τη Μεθώνη. Είναι η πιο μεγάλη Οινούσα, με επιφάνεια 11 περίπου τετραγ. χιλιόμετρα, με λείψανα απο χοντρούς τοίχους και όστρακα αγγίεων ελληνικών και ρωμαϊκών. Στο εσωτερικό του νησιού, ολόκληρα δάση από βελανιδιές, δίνουν μεγαλοπρεπή όψη στην άγρια κείνη ερημιά, που γνώρισε κάποτε τη θαλπωρή ανθρώπων στα βορειοανατολικά ακρογιάλια της. Σίγουρα θα ήταν αμπελουργοί οι πανάρχαιοι κάτοικοι της Σχίζας, όπως και της αδερφής της Σαπιέντζας, που σήμερα μονάχα σαν ταπεινά βοσκοτόπια προσφέρονται κι οι δυο. δεν υπάρχουν αληθινώτερα και πιο αιώνια μνημεία στην ιστορία της ανθρωπότητος από τα τοπωνύμια. Κι αν ακόμα δεν εσώζοντο τα υλικα΄απομεινάρια της αλλοτινής ζωής, το όνομα "Οινούσες", θα ήταν αρκετό να φανερώσει το πέρασμα των ανθρώπων και τις ασχολίες τους, στα σιωπηλά αυτά ερημονήσια της Μεθώνης.

Το κύριο, εν τούτοις, ενδιαφέρον της Σχίζας αποτελεί μια ευρύχωρη σπηλιά με σταλαχτίτες, στη νοτιοδυτική πλευρά. Αθέατη μέσ' το δασύ ρουμάνι των άγριων θάμνων, σε μικρό ύψος από τη θάλασσα, απ' την οποία απέχει-σε ευθεία γραμμή- λίγες εκατοντάδες μέτρα, κρύβει ζηλότυπα την παρουσία της. Μάταια προσπάθησε ο αρχαιολόγος Βαλμίν να την ανακαλύψει, όταν βρισκόταν, το 1929, στη Μεσσηνία για έρευνες. Στάθηκε αδύνατον, όπως γράφει στο βιβλίο του. Μετά από 23 χρόνια κατόρθωσε και τη βρήκε σ' ένα δυσπρόσιτο φαράγγι. Η σπηλιά, χωρισμένη από τους σταλαχτίτες σε διαμερίσματα, προχωρεί, με μιρκή κατωφέρεια, κάμποσο διάστημα από το στόμιο της. Κάποτε, το το φράγμα των σταλαχτιτών είναι τέτοιο, που μονάχα από μια σχισμή μπορέι κανείς να περάσει στον επόμενο "θάλαμο". Στο βάθος ο αέρας δύσκολα αναπνέεται. Το πυκνό σκοτάδι της σπηλιάς, -της "Μαύρης Τρούπας", όπως την ονομάζουν οι Μεθωναίοι-, τα σκέλεθρα που βρίσκουν εκεί οι σπάνιοι επισκέπτες, η φαντασμαγορία των σταλαχτιτών στο αμυδρό φως του ηλεκτρικού φαναριού, το μυστήριο των θρυλούμενων πειρατικών θησαυρών της, ο "μίτος της Αριάδνης", που είναι υποχρεωμένοι να κρατούν όσοι μπαίνουν στον πνιγερό εκείνο λαβύρινθο, προσδίδουν γραφικότητα και στην πιο απλοϊκή περιγραφή. Άκουσα έναν αυτόπτη, που είδε τη σπηλιά πριν λίγα χρόνια. Νομίζω πως θ' άξιζε τον κόπο να κινηθούν οι αρμόδιοι για την αξιοποίηση ενος τόσο ενδιαφέροντος και κοντινού τουριστικού χώρου.

Περάσαμε, όμως, τη Σχίζα και το λιλλιπούτειο νησάκι της Αγίας-Μαριάνας, με τη μικρή εκκλησία της Παναγίας και με θεμέλια σπιτιών βενετσιάνικης εποχής. Μπροστά μας διαγ΄ραφεται η Σαπιέντζα, η πιο σημαντική απο τις Οινούσες. έχει ένα κοκέτικο, σίγουρο λιμανάκι στην Ανατολή, -το Πόρτο Λόγγο,- ισχυρό φάρο, αμμουδιά κατάλληλη για κολύμπι, και βρίσκεται τόσο κοντά στη Μεθώνη... Κρίμα που είναι αγνοημένη. Λίγοι τσοπάνηδες μέσα σε τσαντήρια, έχουν συντροφιά τα γίδια τους και τους άσπρους γλάρους. Ο Κούρτιος μιλάει για στέρνες, πάνω στους βράχους του λιμανιού και για ένα κλειστό λεκανοπέδιο με μια καταβόθρα που προδίδει τη γεωλογική προέλευση της Σαπιέντζας από τον αντικρυνό Μοριά. Το νησί ήταν κατοικημένο στους ρωμαϊκούς χρόνους. Κομμάτια από αγγεία και λιγοστά χρυσά νομίσματα μεσαιωνικής εποχής, είναι τα μόνα ευρήματα που έχει ως τώρα προσφέρει.

Έρημα, άγονα, ξεχασμένα, -τι ενριαφέρον μπορεί να έχουν τα πετρονήσια των Οινουσών, που η τρικυμισμένη τους θάλασσα στάθηκε το θέατρο βενετσιάνικης ήττας, στη θλιβερή χρονιά του 1453;" (Περ. "Μεσσηνιακά Χρονικά", Νομαρχίας Μεσσηνίας, Ετ. Β' τεύχ. 4-5, Ιανουάριος-Ιούνιος 1962, σ. 156-159).

Στη θάλασσα των Οινουσών -που είναι συνήθως φουρτουνιασμένη-, όπου τηγ νύκτα της 10 Αυγούστου 1806 ο Σατωμπριάν, κινδύνευσε να πνιγή κατά την απόβασή του στη Μεθώνη, υπάρχει το υποβρύχιο "Οινουσών φρέαρ". Δηλαδή η μεγάλη υφαλοχαράδρα, μήκους 3 μιλίων και μεγίστου βάθους 4.404 μ., που είναι και το μεγαλύτερο ως τώρα γνωστό βάθος της Μεσογείου. Βρίσκεται ΝΔ. της Σαπιέντζας, σε απόσταση 6 μιλίων. Οι προς τα μέσα κλίσεις των "υφαλοκλιτύων" της είναι 41ο και τόσο απότομες και σχεδόν κάθετες, όσο σε κανένα άλλο μέρος της υδρογείου.

Απόσπασμα: Τουριστικός Οδηγός Μεσσηνίας, Έκδοσις Περιοδικού Νομαρχίας Μεσσηνίας "Αριστομένης", Καλαμάτα, 1970. Επεξεργασία ιστορικών κειμένων: Γιάννης Αναπλιώτης, (σσ.184-185)

αρχή της σελίδας

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΣΧΕΤΙΚΗ ΜΕ ΤΗΝ ΦΟΙΝΙΚΟΥΝΤΑ

Διονυσίου Πύρρου του Θετταλού, "Ελλάδος Περιήγησις". Μεσσηνιακά. Επιμέλεια: Αθανασιάδης, Σ. Ν., Αθήνα, 1984.

Διόδωρος Σικελιώτης. Ιστορικά.

Βαγιακάκος, Δικαίος Β. "Κρήτες πρόσφυγες εις την Πελοπόννησον επί Καποδίστρια". Μνημοσύνη. Τόμος Α', 1968. (σελ. 41-70)

Βαγιακάκος, Δικαίος Β. "Έγγραφα περί των Κρητών προσφύγων εις την Πελοπόννησον επί Καποδίστρια". Μνημοσύνη. Τόμος Β', 1968. (σελ. 102-173)

Βαλσαμίδης, Ευάγγελος Κ. Ονοματολογικά Γ': Φοινικούντα Πυλίας, Τοπωνύμια-Ανθρωπονύμια. Αθήνα: Δρομεύς, 1998.

Κομπορόζος, Φ. "Τα τοπωνύμια της Μεσσηνίας". Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά. Αθήνα: 1963.

Κούβελας, Γ.Δ. Φοινικούντα: Ιστορία και Ζωή, Καλαμάτα: 1997.

Κριμπάς, Θάνος. "Η ενετοκρατούμενη Πελοπόννησος 1685-1715". Πελοποννησιακά, τόμος Α', 1956.

Μουρέλλος, Ι.Δ. Ιστορία της Κρήτης. Β' τόμος. Ηράκλειο, 1932.

Μπάλτας, Αθ. "Πύλιοι αιχμάλωτοι του Ιμπραήμ". Ιθώμη. Τεύχος 35-36, 1993.

Παναγιωτόπουλος, Β. "Πληθυσμός και οικισμοί της Πελοποννήσου" 13ος-18ος αιώνας. Έκδοση: Εμπορική Τράπεζα, 1985).

Παπαχατζής, Νικ. Δ. "Παυσανίου Ελλάδος Περιήγησις". Μεσσηνιακά - Ηλειακά, 1965.

Παυσανίας. Μεσσηνιακά. Εκδοτικη. Αθηνών.

Τουριστικός Οδηγός Μεσσηνίας, Έκδοσις Περιοδικού Νομαρχίας Μεσσηνίας "Αριστομένης", Καλαμάτα, 1970. Επεξεργασία ιστορικών κειμένων: Γιάννης Αναπλιώτης.

Τσώνης Πέτρος, ρεπορτάζ, Ελευθερία. Καλαμάτα, 16-8-1988.

Σταθουλόπουλος Φίλιππας. "Η πολιτιστική άνθηση της Μεσσηνίας στα Προϊστορικά Χρόνια". Μεσσηνιακά, 1968.

Χουλιαράκης, Μιχαήλ. Γεωγραφική, Διοικητική και Πληθυσμιακή εξέλιξις της Ελλάδος 1821-1971. Αθήνα, 1973.

Bon, A. "Τα σύνορα των ενετικών κτήσεων εν Μεσσηνία απο του 13ου έως του 15ου αιώνος". Μεσσηνιακά Γράμματα. Τόμος Β'. Καλαμάτα: Λαϊκή Βιβλιοθήκη Καλαμάτας, 1967. (σελ. 20-31)

Chadwick. J. Μυκηναϊκός Κόσμος. Gutemberg, 1997.

McDonald, William & Richard Simpson. "Προϊστορικοί οικισμοί στη Νοτιοδυτική Πελοπόννησο". Αμερικανική εφημερίδα της Αρχαιολογίας (AJA), Ιούλιος 1961.

στην αρχή της σελίδας

 

info@finikunda.com